Αρχική | Ενημέρωση | Η προβληματική πορεία της ελληνικής οικονομίας στα επόμενα 5 έως 10 χρόνια

Η προβληματική πορεία της ελληνικής οικονομίας στα επόμενα 5 έως 10 χρόνια

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Η προβληματική πορεία της ελληνικής οικονομίας στα επόμενα 5 έως 10 χρόνια

Στο συνέδριο του πολιτικού κόμματος “Δράση” το οποίο έγινε το Σαββατοκύριακο, μου ζητήθηκε να κάνω μία εισήγηση στη θεματική ομάδα συζήτησης με θέμα την “Επιχειρηματικότητα”.

Καθώς ήμουν ο 7ος στη σειρά συζήτησης, προτίμησα να αποφύγω τα γενικά και κλασικά περί “επιχειρηματικότητας” και το “πόσο χρήσιμη είναι για την ανάπτυξη της οικονομίας μας” και να καταθέσω κάποιες σκέψεις για την εξέλιξη του οικονομικού περιβάλλοντος και για τους κινδύνους που μπορεί να αντιμετωπίσει η “επιχειρηματικότητα” και μαζί της, όλη η οικονομία, στα επόμενα χρόνια. Και αυτό επειδή η χάραξη πολιτικής -ο ρόλος ενός κόμματος είναι να χαράσσει προτάσεις πολιτικής- πέρα απ’ όλα, απαιτεί ρεαλισμό, δηλαδή, επίγνωση των πιθανών κινδύνων και κατανόηση των όσων θα γίνουν.


“Η προβληματική πορεία της ελληνικής οικονομίας στα επόμενα 5 έως 10 χρόνια”

Το ανοργάνωτο, υπερβολικά μεγάλο και εξαιρετικά σπάταλο κράτος και η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, είναι δύο από τις -δυστυχώς αρκετές- “κατάρες” που έφεραν τη χώρα στη σημερινή τραγική της κατάσταση.
Πέραν από την τεράστια αύξηση του κρατικού δανεισμού και τη μόχλευση του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας που σημειώθηκαν κυρίως μετά το 2004, ο άλλος παράγοντας που επιτάχυνε την κατάρρευση του Κράτους μας, ήταν οι δραματικές απώλειες στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας.

Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, από την 35η θέση που κατείχε στην παγκόσμια κατάταξη το 2003, υποχώρησε στην 46η θέση το 2005 (“Έτος Ανταγωνιστικότητας” όπως το είχε ονομάσει τότε η Κυβέρνηση Καραμανλή), στην 65η το 2007, στην 83η το 2010 και στην 96η θέση το 2012.

Η κατάρρευση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, προκάλεσε την εκτόξευση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Κατά το έτος 2008, φθάσαμε στην απίστευτη σχέση, οι μεν εξαγωγές να ανέρχονται στα 14 δισ. ευρώ και οι εισαγωγές στα 41,2 δισεκατομμύρια! (δεν περιλαμβάνονται τα μεγέθη καυσίμων και πλοίων).
Το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας (εκτός καυσίμων και πλοίων), μεταξύ του 2000 και του 2008, κυμαινόταν ανάμεσα στα 19 και στα 27 δισεκατομμύρια ευρώ.
(Μπορούμε να φανταστούμε τί ποσό είναι τα 19 ή τα 27 δισεκατομμύρια ευρώ; Αν θέλετε να το φανταστείτε παραστατικά, το ποσό των 19 δισ. ευρώ είναι 38.000.000 χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, τα οποία ζυγίζουν περίπου 47,5 τόννους και για τα οποία χρειάζονται τέσσερα τριαξονικά φορτηγά για να μεταφερθούν!
Και όμως, επί πολλά χρόνια, μέσα από το εντυπωσιακά ελλειμματικό μας εμπορικό ισοζύγιο, στέλναμε πολλά τέτοια φορτηγά στο εξωτερικό...)

Σήμερα, το εμπορικό έλλειμμα έχει αρχίσει να μειώνεται. Έφθασε στα 16,1 δισ. ευρώ κατά το 2010 και στα 12,8 δισεκατομμύρια το 2011. Αναμένεται δε να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο κατά το 2012. Η δε βελτίωση, κατά κύριο λόγο οφείλεται στην -λόγω της ύφεσης- πτώση των εισαγωγών και κατά ένα δεύτερο λόγο στην αύξηση των εξαγωγών, αύξηση η οποία είναι όμως ελπιδοφόρα.

Είτε αρέσει σε κάποιους, είτε όχι, είτε το θέλουμε, είτε δεν το θέλουμε, ο ρόλος, αλλά και η ποιοτική σημασία του Κράτους (επαναλαμβάνω, η ποιοτική και όχι η ποσοτική σημασία του Κράτους) στην ελληνική οικονομία θα αρχίσουν να μεταβάλλονται και να μειώνονται, το έργο της ώθησης της οικονομίας έξω από την κρίση, θα το αναλάβουν -αναγκαστικά- ο ιδιωτικός τομέας και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Ας δώσουμε σημασία στο σημείο αυτό: Στα επόμενα χρόνια, θα πρέπει να αναμένουμε μία αρκετά σημαντική αύξηση των εσόδων του Κράτους σαν ποσοστό του ΑΕΠ, από το 32% που ήταν το 2011, να τείνει να πλησιάσει το μέσο όρο της Ευρωζώνης που βρίσκεται περίπου στο 39%. Έτσι, θα έχουμε το παράδοξο ότι, ενώ το οικονομικό μέγεθος του Κράτους θα παραμένει υψηλό, ο ρόλος του στην εξέλιξη της οικονομικής ανάπτυξης θα μεταβληθεί. Και είτε σε κάποιους αρέσει, είτε όχι, η οικονομία μας θα επιχειρήσει να κινηθεί προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης και απαγκίστρωσης από τα δεσποτικά δεσμά του Κράτους.

Οι προηγούμενοι ομιλητές περιέγραψαν με ακρίβεια την παρούσα κατάσταση των ελληνικών επιχειρήσεων και ανέφεραν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να πετύχουν, αρχικά η σταθεροποίηση της οικονομίας και στη συνέχεια η ανάπτυξη.

Το ερώτημα που εγώ θέλω να θέσω αφορά στο εάν τελικά θα μπορέσουν οι ελληνικές επιχειρήσεις να πετύχουν αυτό το έργο της ώθησης της οικονομίας στην ανάπτυξη; Και εάν ναι, σε τί χρονικό ορίζοντα μπορεί να επιτευχθεί αυτό;

Πολύ φοβούμαι ότι οι απαντήσεις στα δύο αυτά ερωτήματα δεν είναι τόσο θετικές ή αισιόδοξες.

Ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι θα υπάρξει μπροστά μας μία περίοδος πολιτικής σταθερότητας (υπόθεση βεβαίως παράτολμη), μείωσης της πολιτικής έντασης και της αβεβαιότητας για τον προσανατολισμό και την πορεία της χώρας, θα ήταν λάθος να υποθέσουμε και να κάνουμε τον οικονομικό ή τον πολιτικό σχεδιασμό μας στη βάση του ότι, τα προβλήματα που -επί δεκαετίες- συσσωρεύτηκαν και τα οποία -λόγω της κρίσης- εξερράγησαν, θα επιλυθούν εύκολα και γρήγορα.

Η κα Λυμπεράκη, στην εισαγωγική της ομιλία το πρωί ανεφερε ότι, πρέπει απαραίτητα να αλλάξουμε τις δομές, τους Θεσμούς και τις νοοτροπίες μας.
Μπορούν αυτά να αλλάξουν εύκολα και γρήγορα;
Η ιστορία της Ελλάδας έχει αποδείξει πώς, όχι, δε μπορούν.

Όμως, πέραν των πολιτικών προβλημάτων και των χαρακτηριστικών που αφορούν στον τρόπο σκέψης και λειτουργίας του λαού μας, πρέπει να σκεφθούμε και ορισμένα ακόμη ζητήματα.

Τί είδους επιχειρήσεις θα ωθήσουν την ανάπτυξη; Από ποιό τομέα;

Στα τελευταία 15 χρόνια, με αποκορύφωμα στην τελευταία 5ετία, έχει υπάρξει μία δραματική στροφή στον προσανατολισμό της ελληνικής παραγωγής. Όπως πολύ σωστά αναφέρθηκε, δόθηκε μία τεράστια έμφαση στις κατασκευές και στις οικοδομές και στον τομέα της κατανάλωσης. Βέβαια, οι κλάδοι αυτοί σήμερα καταρρέουν, χωρίς να έχουν πολλές ελπίδες για ανάκαμψη, τουλάχιστον στην προσεχή δεκαετία.
Πώς θα πραγματοποιηθεί η απαραίτητη “στροφή” στον επιχειρηματικό προσανατολισμό; Με τί επενδύσεις θα αναπτυχθούν οι επιχειρήσεις στους δυναμικούς τομείς της οικονομίας που περιέγραψε ο κ. Μητσόπουλος; Πώς θα αναπτυχθούν οι αγορές για τα νέα προϊόντα; Πώς θα διασφαλιστεί ότι αυτές οι επιχειρήσεις θα είναι μακροχρόνια ανταγωνιστικές;

Πού θα βρεθούν τα κεφάλαια;

Το Κράτος μας θα ταλαιπωρείται για αρκετά ακόμη χρόνια, όχι μόνον από το χρέος του, αλλά -κυρίως- από τις εγγενείς αδυναμίες και ανισορροπίες του. Ας μη νομίσουμε ότι η έξοδος στις διεθνείς αγορές θα είναι τόσο εύκολη, όσο αφελώς πολλές φορές λέγεται. Η προηγούμενη εμπειρία της χώρας, ή ακόμη και άλλων χωρών, δείχνει προς μία μακροχρόνια πορεία εκτός αγορών - ίσως και πιο μακριά από το 2022. Άρα, η κεφαλαιακή στενότητα θα είναι ένα πρόβλημα που θα ταλαιπωρεί για μεγάλο ακόμη διάστημα την οικονομία μας.

Ποιά θα είναι η εικόνα της οικονομίας μετά την κρίση; Θα λειτουργεί συντονισμένα;

Από την άλλη πλευρά, ακόμη και να γίνουν οι διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που ζητάμε, θα περάσουν πολλά χρόνια ώστε αυτές να λειτουργήσουν κανονικά και αποδοτικά. Με τον (ακραιφνή λογιστικό) τρόπο που σχεδιάζονται και επιβάλλονται σήμερα πολλές από τις διαρθρωτικές αλλαγές από την τρόικα, κανείς δε γνωρίζει ποιές νέες ανισορροπίες και δυσλειτουργίες μπορεί να προκαλέσουν στο σύστημα.
Σε κάθε περίπτωση, η όποια επίδραση των διαρθρωτικών αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων, δε θα είναι άμεση, αλλά θα υπάρξει ένα μακρύ χρονικό διάστημα για την απορρόφησή τους και την εξισορρόπησή τους στα γρήγορα μεταβαλλόμενα δεδομένα της οικονομίας μας.

Σε ποιές αγορές θα απευθυνθούν οι εταιρίες;

Στην εσωτερική αγορά; Μα, η εσωτερική αγορά(εσωτερική ενεργή ζήτηση) θα είναι αποδυναμωμένη για αρκετά ακόμη χρόνια, λόγω της πτώσης των εισοδημάτων και της υψηλής ανεργίας.
Στις αγορές του εξωτερικού; Ναι, είναι η μόνη λύση. Αλλά, θα μπορέσουν οι ελληνικές εταιρίες να είναι ανταγωνιστικές; Και γιατί να μπορούν αυτή τη φορά να είναι, ενώ δε μπορούσαν πριν από λίγα χρόνια;

Τί θα γίνει με την ανεργία; Πώς θα ξεπεραστεί το εκρηκτικό αυτό πρόβλημα;

Η ανεργία βρίσκεται σε πρωτόγνωρα υψηλά επίπεδα. Ίσως τα υψηλότερα στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Παρά τις κυβερνητικές εκτιμήσεις που με απίστευτη προχειρότητα παρουσιάζονται στα κείμενα του Προϋπολογισμού, η επίσημη ανεργία θα σημειώσει αύξηση κατά το 2013 και θα κυμανθεί πάνω από το 28%, ενώ η ανεπίσημη (και πραγματική) θα είναι σημαντικά υψηλότερη. Παρά τη στροφή πολλών ανέργων προς τον πρωτογενή τομέα παραγωγής, η διακοπή των αγροτικών επιδοτήσεων από το 2014, αναμένεται να προκαλέσει ένα νέο κύμα ανέργων, από τους αγρότες που θα εγκαταλείψουν τη γη τους.

Η Ελλάδα, σήμερα έχει μπει και πάλι σ’ αυτό που, στη δεκαετία του 1980, διδάσκονταν στα Πανεπιστήμια ως “φαύλος κύκλος υπανάπτυξης”, όταν αναφέρονταν σε υπανάπτυκτες οικονομίες στον τρίτο κόσμο.

Δυστυχώς, στα επόμενα χρόνια, θα είναι πολλά τα εμπόδια που θα βρίσκουμε μπροστά μας. Και τα εμπόδια αυτά θα είναι έντονα στο διάστημα των επομένων 5 έως 10 ετών.
Αυτό θα πρέπει να το έχουμε σοβαρά υπ’ όψη μας όταν συζητάμε, όταν σχεδιάζουμε τις πολιτικές μας παρεμβάσεις και όταν, ενδεχόμενα σαν ενιαίο σχήμα σε λίγους μήνες, χαράσσουμε πολιτική.

Και βέβαια είναι καλό να είμαστε αισιόδοξοι. Όμως, πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να είμαστε ρεαλιστές.

Ολοκληρώνοντας, θα πρέπει να αναφέρω ότι, όλες οι παραπάνω -μάλλον αρνητικές ή επιφυλακτικές - προβλέψεις, βασίζονται στην υπόθεση ότι η Ελλάδα παραμένει μέσα στην Ευρωζώνη, όπως αυτή έχει σήμερα.
Η εικόνα του μέλλοντος, μεταβάλλεται καθοριστικά και γίνεται περισσότερο αισιόδοξη, εάν τελικά η Ευρώπη κινηθεί προς την πολιτική ενοποίησή της.

Όμως, εάν η Ευρώπη δεν ενοποιηθεί πολιτικά και παραμείνει στη σημερινή της, βίαια ανταγωνιστική της μορφή, τότε φοβάμαι ότι, η Ελλάδα δε θα μπορέσει να σταθεί στην Ευρωζώνη, παρά τις όσες θυσίες  θα έχει υποβληθεί ο λαός της. Εάν η Ευρωζώνη δεν εξελιχθεί σε πολιτική ένωση των κρατών μελών της, η Ελλάδα σύντομα θα αναγκασθεί να αποχωρήσει απ’ αυτή.

Προσθέστε το: Post on Facebook Facebook Twitter Twitter