Αρχική | Ενημέρωση | Δείκτης γονιμότητας: Πώς επηρεάζει τις δημογραφικές και τις οικονομικές εξελίξεις

Δείκτης γονιμότητας: Πώς επηρεάζει τις δημογραφικές και τις οικονομικές εξελίξεις

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Δείκτης γονιμότητας: Πώς επηρεάζει τις δημογραφικές και τις οικονομικές εξελίξεις

Οι βιολόγοι υποστηρίζουν ότι, όταν σε ένα πληθυσμό ζώων υπάρχει επαρκής τροφή, τότε ο πληθυσμός αυτός πολλαπλασιάζεται. Και εάν η ποσότητα της τροφής αυξάνεται, τότε ο πληθυσμός των ζώων αυξάνεται με διαρκώς μεγαλύτερη ταχύτητα.
Αυτό πίστευε και ο Thomas Malthus, όταν το 1798 δημοσίευε το βιβλίο του "Essay on the Principle of Population" ("Δοκίμιο γύρω από τις βασικές αρχές του πληθυσμού"). Όμως, την ίδια περίπου εποχή, στη Μεγάλη Βρετανία, ξεκινούσε μία από τις πιο σημαντικές χρονικές περιόδους για τη σύγχρονη ανθρωπότητα, που έμελλε να διαψεύσει τον Thomas Malthus, να ανατρέψει το παραπάνω αξίωμα της βιολογίας και σταδιακά να αλλάξει την όψη της γης.

Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, αποδείχθηκε ότι, όσο αυξάνεται το εισόδημα (και συνεπώς και η τροφή) σε μία ανθρώπινη κοινωνία ο πληθυσμός έχει την τάση να μειώνεται!

Σήμερα είναι εύκολο να αντιληφθούμε γιατί συμβαίνει αυτό. Η αύξηση του εισοδήματος (και της τροφής), κατ' αρχάς σημαίνει τη μεταβολή των συνθηκών παραγωγής σε μία συγκεκριμένη οικονομία. Αυτή παύει να είναι γεωργική (όπου η ύπαρξη πολλών εργατικών χεριών και μελών μίας οικογένειας είναι απαραίτητη), εξελίσσεται αρχικά σε βιομηχανική, ενώ στη συνέχεια αυξάνεται σημαντικά η συμβολή και η παραγωγή του τομέα των υπηρεσιών. Η αύξηση του εισοδήματος (στο οποίο οι δαπάνες για τροφή αποτελούν όλο και μικρότερο μέρος του), συνοδεύεται και με άλλες αλλαγές στο κοινωνικό περιβάλλον και τον ίδιο τον άνθρωπο: μικρότερη θνησιμότητα, είσοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας, μείωση του ελεύθερου χρόνου (και συνεπώς και του χρόνου για την ανατροφή των παιδιών), επιθυμία για διάθεση περισσότερου χρόνου στον εαυτό μας κλπ.



Ως "δείκτη γονιμότητας" (fertility rate) ορίζεται ο αριθμός των παιδιών που γεννά μία γυναίκα κατά τη διάρκεια της ζωής της. Για την αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους, ο δείκτης γονιμότητας του παγκόσμιου πληθυσμού πρέπει να είναι κοντά στο 2,1 (όριο αντικατάστασης). Στην πραγματικότητα, εάν δεν υπήρχαν πρόωροι θάνατοι, για την αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους, ο δείκτης γονιμότητας θα αρκούσε να ήταν στο 2,0. Όμως, λόγω των πρόωρων θανάτων, οι επιστήμονες καταλήγουν στο ότι ο "μαγικός" αριθμός της αναπαραγωγής του πληθυσμού της γης, είναι ο 2,1.

Όταν, γύρω στο 1800, ξεκινούσε στη Μεγάλη Βρετανία η βιομηχανική επανάσταση, ο δείκτης γονιμότητας των γυναικών των βρετανικών νησιών ήταν κοντά στο 5,0. Κατά το 1930 είχε φθάσει στο 2,0. Σήμερα είναι αρκετά κάτω από τον αριθμό αυτόν.

Και το ίδιο συνέβη σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη και στις ΗΠΑ κατά τη διαδικασία της οικονομικής τους ανάπτυξης. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα σε όλο το κόσμο. Ο δείκτης γονιμότητας μειώνεται δραματικά. Με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από οποιαδήποτε χρονική περίοδο του παρελθόντος. Και αυτό επειδή πλέον, η μείωση του δείκτη γονιμότητας έπαυσε να είναι φαινόμενο των αναπτυγμένων οικονομιών, αλλά σημειώνεται -με εξαιρετικά ταχείς ρυθμούς- και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες! Και αυτό βεβαίως οφείλεται στον ταχύ ρυθμό ανάπτυξης των οικονομιών αυτών.

Οι εξελίξεις αυτές, παράλληλα με τις εντυπωσιακές δημογραφικές αλλαγές, δημιουργούν και μερικά πολύ ενδιαφέροντα οικονομικά φαινόμενα, τα οποία και εξηγούν τις σημερινές εξελίξεις και τη διαφοροποίηση μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων οικονομιών, αλλά -και αυτό είναι πολύ σημαντικό- μας βοηθούν να προβλέψουμε τις τάσεις και τις εξελίξεις του μέλλοντος.


Τον Οκτώβριο του 2009, το περιοδικό "The Economist" δημοσίευσε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο: "Falling fertility: How the population problem is solving itself" ("Πτώση της γονιμότητας: Πώς το πρόβλημα του πληθυσμού επιλύεται από μόνο του").

Εκ πρώτης όψεως, το άρθρο αυτό δε φαίνεται να ενδιαφέρει έναν οικονομολόγο. Όμως, κάποιοι θα μπορούσαν να το θεωρήσουν σαν ένα από τα πιο σημαντικά οικονομικά άρθρα που έχουν γραφεί στα τελευταία χρόνια, αφού δίνει πολύ κατατοπιστικά στοιχεία για τα φαινόμενα της "δημογραφικής αναδιάρθρωσης" του πλανήτη και τη διαδικασία "μεταφοράς του παγκόσμιου πλούτου" από τα αναπτυγμένα στα αναπτυσσόμενα κράτη. Παράλληλα, μπορεί να αποτελέσει έναν πολύ καλό οδηγό, για τους επενδυτές που επιθυμούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο της ενασχόλησής τους με επενδύσεις στις αγορές του εξωτερικού και ιδίως αυτές των αναπτυσσόμενων οικονομιών.

Το άρθρο αναφέρει ότι, εντός των αμέσως επομένων ετών, εάν αυτό δεν έχει ήδη συμβεί, ο δείκτης γονιμότητας στον μισό πληθυσμό της γης, θα έχει υποχωρήσει στο 2,1 ή και πιο χαμηλά.
Σύμφωνα με τις αρμόδιες υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών, στην περίοδο 2000 - 2005, τα 2,9 δισεκατομμύρια ανθρώπων, από το σύνολο των 6,5 δισεκατομμυρίων του τότε συνολικού πληθυσμού, ζούσαν σε χώρες στις οποίες ο δείκτης γονιμότητας ήταν 2,1 ή χαμηλότερος.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, ο αριθμός αυτός θα είναι 3,4 δισεκατομμύρια, από τα 7 δισεκατομμύρια που θα είναι ο συνολικός πληθυσμός τότε. Και θα αυξηθεί σε άνω του 50% του συνολικού πληθυσμού της γης, κατά τη δεκαετία του 2020.
Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι την κατηγορία των χωρών με δείκτη γονιμότητας κάτω του 2,1 στη δεκαετία του 2020, θα συμπεριλαμβάνονται και χώρες όπως: Ρωσία, Ιαπωνία, Βραζιλία, Ινδονησία, Κίνα και ακόμη και η περιοχή της νότιας Ινδίας.

Με βάση την τάση αυτή, οι δημογραφικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Εθνών εκτιμούν ότι, κοντά στο έτος 2050, ο παγκόσμιος πληθυσμός, από τα περίπου 6,8 δισεκατομμύρια που είναι σήμερα, θα φθάσει περίπου στα 9,0 δισεκατομμύρια και, λόγω του ότι ο δείκτης γονιμότητας θα έχει υποχωρήσει κοντά στο "όριο αντικατάστασης" (2,0 με 2,1 για το σύνολο των χωρών της γης), θα παύσει να αυξάνεται.

Η μείωση του δείκτη γονιμότητας της γυναίκας στο 2,1, η οποία σταδιακά συμβαίνει σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτελεί μία από τις πιο δραματικές μεταβολές που σημειώνονται στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Κατά τη δεκαετία του 1970, μόλις 24 χώρες σε όλο το κόσμο είχαν δείκτη γονιμότητας στο 2,1 ή μικρότερο και όλες τους ήταν αναπτυγμένες. Σήμερα υπάρχουν περισσότερες από 70 χώρες με δείκτη γονιμότητας στο 2,1 ή μικρότερο. Και εκπροσωπούν πλέον όλες τις ηπείρους. Ακόμη και την Αφρική.

Μεταξύ του 1950 και του 2000, ο μέσος δείκτης γονιμότητας στα αναπτυσσόμενα κράτη υποχώρησε από το 6,0 στο 3,0. Δηλαδή υπήρχαν κατά μέσο όρο τρία λιγότερα παιδιά σε κάθε οικογένεια. Στο ίδιο διάστημα, στην Ευρώπη, ο δείκτης υποχώρησε από το 2,65 στο 1,42.
Και η τάση για τις αναπτυσσόμενες χώρες είναι να επαναλάβει αυτό που συνέβη στις αναπτυγμένες. Μόνο που αυτή τη φορά οι μεταβολές εκδηλώνονται πιο γρήγορα. Αυτό που για τη Μεγάλη Βρετανία χρειάσθηκε 130 χρόνια για να συμβεί (1800 - 1930), για το Ιράν χρειάσθηκαν μόλις 22 χρόνια (ο δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από το 7,0 το 1984, στο 1,9 το 2006, ενώ για την περιοχή της Τεχεράνης φθάνει στο 1,5). Και για τη Νότιο Κορέα χρειάσθηκαν μόλις 20 χρόνια!

Παράλληλα, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι μετά το 1900 στον αναπτυγμένο κόσμο και κυρίως μετά το 1950 στον αναπτυσσόμενο, υποχώρησε σημαντικά ο δείκτης θνησιμότητας, κυρίως λόγω των επιτευγμάτων της ιατρικής και της καλύτερης περίθαλψης των πληθυσμών. Αυτό σημαίνει ότι, μεταξύ του 1950 και του 2000 ο πληθυσμός των αναπτυσσόμενων χωρών αυξήθηκε με εντυπωσιακό ρυθμό, για να φθάσει στα υψηλότατα σημερινά επίπεδα, τα οποία εξακολουθούν να αυξάνονται με χαμηλότερους όμως ρυθμούς.
Κατά το 1913, ο πληθυσμός της Ευρώπης ήταν μεγαλύτερος απ' αυτόν της Κίνας. Παράλληλα, το άθροισμα του πληθυσμού της Ευρώπης και της Β. Αμερικής αποτελούσαν το 33% του παγκόσμιου πληθυσμού. Το 2003 το ίδιο άθροισμα αποτελούσε το 17% του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ εκτιμάται ότι θα έχει υποχωρήσει στο 12% κατά το έτος 2050.

Σε έρευνες που έχουν πραγματοποιήσει διάφορα δημογραφικά ινστιτούτα, έχει μάλιστα υπολογισθεί και το οικονομικό όριο απ' όπου ξεκινά η πτώση του δείκτη γονιμότητας. Για τις αναπτυσσόμενες χώρες υπολογίζεται ότι ο δείκτης γονιμότητας αρχίζει να υποχωρεί όταν το ετήσιο κατά κεφαλή εισόδημα αρχίζει να κινείται μεταξύ των 1.000 και 2.000 δολαρίων (δηλαδή όταν κάποιος ξεπερνά το "όριο της φτώχειας") και η πτώση αγγίζει το μέγιστο σημείο όταν το εισόδημα φθάσει στο εύρος μεταξύ των 4.000 και 10.000 δολαρίων. Συνεπώς, η οικονομική ανάπτυξη περιοχών της γης που μέχρι τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 μαστίζονταν από τη φτώχεια, προκάλεσε τη μείωση του δείκτη γονιμότητας με την ίδια ταχύτητα που οι οικονομίες τους αναπτύσσονταν.
Παράλληλα, όπως αποδεικνύουν οι μελέτες, όταν το εισόδημα αυξάνεται ακόμη περισσότερο, ο δείκτης γονιμότητας υποχωρεί κάτω από το "όριο αντικατάστασης". Και αφού διατηρηθεί για ένα διάστημα σε χαμηλά επίπεδα, προκαλώντας αρνητικές επιδράσεις στην κοινωνία και την οικονομία, μέσα από κίνητρα των κοινωνιών και των κρατών, σε πολλές περιπτώσεις αρχίζει και πάλι να αυξάνεται (αυτό έχει παρατηρηθεί σε αρκετές χώρες της Ευρώπης κατά την τελευταία 15ετία, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας).


Ποιά είναι όμως η οικονομική ή ακόμη και η επενδυτική σημασία αυτών των τόσο σημαντικών δημογραφικών μεταβολών που συμβαίνουν στον πλανήτη μας αυτά τα χρόνια;
Με το ζήτημα είχαμε ασχοληθεί και σε παλαιότερο άρθρο μας (Η "δημογραφική βόμβα" του 21ου αιώνα και ο τρόπος που επηρεάζει τις αγορές σήμερα) το οποίο θα πρέπει ίσως να ξαναδιαβάσουμε.

Οι αναπτυσσόμενες χώρες διανύουν σήμερα μία μοναδική στην ιστορία τους δημογραφική φάση: Ο αριθμός των γεννήσεων μειώνεται, ενώ είχε προηγηθεί μία φάση υψηλών γεννήσεων και ενώ παράλληλα -λόγω της προηγούμενης αυξημένης θνησιμότητας, ο αριθμός των ηλικιωμένων ανθρώπων είναι χαμηλός. Έτσι, βλέπουμε ότι σε μία σειρά από αναπτυσσόμενες χώρες, ο μέσος όρος της ηλικίας του πληθυσμού τους κινείται μεταξύ του 26 και του 33, ενώ στις αναπτυγμένες χώρες ο μέσος όρος της ηλικίας του πληθυσμού τους ξεπερνά τα 42 χρόνια (στην Ελλάδα υπολογίζεται περίπου στα 42 χρόνια).

Τί σημαίνει αυτό; Ότι, καθώς οι οικονομίες αυτές αναπτύσσονται και αυξάνει το κατά κεφαλή εισόδημά τους, σταδιακά δημιουργείται μία εξαιρετικά μεγάλου μεγέθους "μεσαία" τάξη, η οποία έχει υψηλό (σε σχέση με το παρελθόν) εισόδημα και αυξανόμενες καταναλωτικές συνήθειες. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι της τάξης αυτής, έχουν λιγότερα παιδιά, ενώ η κοινωνία έχει μικρό ποσοστό ηλικιωμένων ατόμων. Έτσι, η κατανάλωση στις χώρες αυτές θα αυξάνεται έντονα, ενώ τα συνταξιοδοτικά συστήματα της χώρας θα είναι πλεονασματικά (αυξημένες εισροές από πολλούς εργαζόμενους και σχετικά λίγοι συνταξιούχοι) και συνεπώς, οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών μπορούν να ξοδέψουν χρήματα σε υποδομές και βελτίωση των όρων της οικονομικής ανάπτυξης.

Σύμφωνα με μελέτης της Παγκόσμιας Τράπεζας, υπολογίζεται ότι το μέγεθος της μεσαίας τάξης των αναπτυσσόμενων οικονομιών, έως το 2030 θα έχει φθάσει στα 1,2 δισεκατομμύρια ανθρώπους, δηλαδή θα είναι κατά 200% μεγαλύτερη απ' ότι ήταν στο 2003, ενώ παράλληλα θα είναι πολύ μεγαλύτερη από τον τότε εκτιμώμενο πληθυσμό του αναπτυγμένου κόσμου.

Για ένα διάστημα τουλάχιστον 60 ετών, έως ότου και οι χώρες αυτές -λόγω της πτώσης του δείκτη γονιμότητας που στο μεταξύ θα έχει συμβεί- αρχίζουν να νοιώθουν την απειλή της "γήρανσης" του πληθυσμού τους (όπως σήμερα τη νοιώθουν απειλητικά έντονα η Ευρώπη και η Ιαπωνία), θα μπορούν να παράγουν με μικρότερο κόστος απ' ότι οι αναπτυγμένες οικονομίες (αφού θα υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά εργασίας και συνεπώς χαμηλότερο εργατικό κόστος, το οποίο θα επιβαρύνεται με χαμηλότερες ασφαλιστικές εισφορές), ενώ παράλληλα θα έχουν μία διαρκώς αυξανόμενη εσωτερική αγορά η οποία, λόγω του αυξανόμενου εισοδήματος (το οποίο θα προκύπτει από τα αυξανόμενα εμπορικά πλεονάσματα) θα αυξάνεται σε μέγεθος και θα απορροφά τα πάντα! Αυτό βεβαίως θα έχει προφανείς επιδράσεις στα οικονομικά μεγέθη των χωρών αυτών και των εταιριών που θα πρωταγωνιστήσουν σ' αυτές.

Οι ίδιες περίπου συνθήκες είχαν επικρατήσει στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ αμέσως μετά τον πόλεμο, με την εμφάνιση της γενιάς των "baby boom" (η περίοδος μεταξύ του 1945 και 1964, όταν οι γεννήσεις στις χώρες αυτές εμφανίσθηκαν ιδιαίτερα αυξημένες). Η είσοδος στην αγορά εργασίας (και στην κατανάλωση) της γενιάς αυτής προκάλεσε το οικονομικό θαύμα της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης που διήρκεσε έως τα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Όμως, το πέρασμα του χρόνου με την παράλληλη διατήρηση του δείκτη γονιμότητας σε χαμηλά επίπεδα (και μάλιστα κάτω από το "όριο αντικατάστασης" σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες) προκάλεσε το φαινόμενο της διαρκούς μείωσης του εργατικού δυναμικού (το οποίο βεβαίως συμπληρώνεται με τη μετανάστευση) και την αύξηση των συνταξιούχων, τους οποίους υποστηρίζει ένας διαρκώς μειούμενος αριθμός εργαζόμενων. Αυτή είναι η φάση στην οποία έχει εισέλθει σήμερα ο μεγαλύτερος αριθμός των αναπτυγμένων χωρών και μεταξύ αυτών και η Ελλάδα.

Και ποιά είναι η εξέλιξη του δείκτη γονιμότητας όταν αυτός υποχωρήσει κάτω από το "όριο αντικατάστασης"; Η εμπειρία έχει δείξει ότι, ο δείκτης γονιμότητας στις αναπτυγμένες οικονομίες υποχώρησε έως το 1,25 - 1,30 (στην Ελλάδα το κατώτατο όριο του δείκτη ήταν στο 1,28). Στη συνέχεια δημιουργούνται εσωτερικές δυνάμεις εντός των κοινωνιών, οι οποίες και ευνοούν -και συχνά υποστηρίζουν- την ύπαρξη μεγαλύτερου αριθμού παιδιών, με αποτέλεσμα την έναρξη της αύξησης του δείκτη, μία διαδικασία που όμως εξελίσσεται με σημαντικά μειωμένους ρυθμούς σε σχέση με τη φάση πτώσης που είχε προηγηθεί πολλές δεκαετίες ή μερικούς αιώνες νωρίτερα.

Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να μπορούν να γίνουν προβλέψεις για το ποιά θα είναι η εξέλιξη και η εικόνα των κοινωνιών των αναπτυσσόμενων οικονομιών όταν και αυτές, μετά από 50, 60 ή 80 χρόνια, αρχίζουν να βιώνουν τα ίδια συμπτώματα που βιώνει σήμερα η Ευρώπη ή η Ιαπωνία, των οποίων ο πληθυσμός μειώνεται. Άλλωστε, τόσο μακροχρόνιες προβλέψεις, ασχέτως του εάν μπορούν να είναι ακριβείς ή όχι, δε φαίνεται να έχουν πρακτική σημασία ή νόημα.

Δείτε το αφιέρωμα του Economist του τεύχους της 31-10-2009:
- Falling fertility (Economist)
- Falling fertility - Go forth and multiply a lot less (Economist)
- Falling fertility - The rich are different (Economist)

Δείτε στοιχεία για το "δείκτη γονιμότητας":
The World Bank: Population, poverty, and sustainable development : a review of the evidence

Lower Fertility Rates = Economic Growth + Other Benefits
The World Factbook - CIA

 

Σημείωση: Το άρθρο αυτό είχε δημοσιευθεί στο site της εταιρίας μου (www.eurocapital.gr) στα τέλη του 2009, όταν ήδη γινόταν αντιληπτό το πώς το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλαδας αύξανε δραματικά τις κοινωνικές της δαπάνες (συντάξεις, φαρμακευτικές και νοσοκομειακές δαπάνες κλπ) και την έσερνε στην κρίση.
Το ίδιο πρόβλημα παραμένει επίκαιρο. Και θα παραμένει επίκαιρο για μερικές ακόμη δεκαετίες. Και θα καλεί πολιτικό κόσμο της Ελλάδας να αναζητήσει λύσεις που θα επαναφέρουν την ισορροπία στο δημογραφικό ζήτημα της χώρας, στην κοινωνία και στην οικονομία.

 

Φωτογραφία: GlobalHealthClub.org

 

Προσθέστε το: Post on Facebook Facebook Twitter Twitter