Αρχική | Ενημέρωση | Κοινωνική πολιτική μέσω της φορολογίας: Τί μπορεί (και πρέπει) να γίνει σήμερα;

Κοινωνική πολιτική μέσω της φορολογίας: Τί μπορεί (και πρέπει) να γίνει σήμερα;

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Κοινωνική πολιτική μέσω της φορολογίας: Τί μπορεί (και πρέπει) να γίνει σήμερα;

(Εισήγηση του κ. Γιάννη Σιάτρα, στη 2η Πελοποννησιακή Ημερίδα της “Δημιουργία, ξανά!”, με θέμα “Κοινωνική Πολιτική - Κράτος Πρόνοιας”, στην Καλαμάτα, στις 10 Φεβρουαρίου 2013).


Η φορολογία, είναι η “καρδιά” για τη λειτουργία ολόκληρου του συστήματος της δημόσιας διοίκησης. Μέσα απ’ αυτή εκφράζονται όλες οι πολιτικές ενός κράτους.


Ένα φορολογικό σύστημα πρέπει να ικανοποιεί τρεις στόχους:
α) τη μεγιστοποίηση δημοσίων εσόδων,
β) τη διοικητική απλότητα για αποφυγή άσκοπων γραφειοκρατικών διαδικασιών,
γ) την κοινωνική δικαιοσύνη ανάμεσα στις εισοδηματικές τάξεις.

Το φορολογικό σύστημα μπορεί να υποβοηθήσει στην ορθολογική άσκηση κοινωνικής πολιτικής κυρίως μέσω χαμηλών φορολογικών συντελεστών στην άμεση και έμμεση φορολογία.

Η κοινωνική πολιτική έχει βασικά δύο επιδιώξεις:
α) να παρέχει βοήθεια στις ασθενέστερες εισοδηματικές ομάδες και
β) να πετυχαίνει την ενσωμάτωση των ομάδων αυτών στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία μέσω προγραμμάτων επανένταξης.

Δια μέσου της κοινωνικής πολιτικής παρέχεται στις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού:
α) πρόσβαση στην παιδεία,
β) πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη,
γ) διασφάλιση ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης.
Παράλληλα, θα πρέπει να προωθείται η ενθάρρυνση για ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας με ενεργητικά μέτρα επανένταξης στην κοινωνία


Οι μηχανισμοί άσκησης φορολογικής πολιτικής

Η δημοσιονομική κοινωνική πολιτική ενός κράτους ασκείται μέσω των δημοσίων και των φορολογικών δαπανών.

Η κάθε είδους φορολογική απαλλαγή ή ελάφρυνση, με βάση τη δημοσιονομική ορολογία, ονομάζεται “φορολογική δαπάνη” (επειδή μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά δαπάνη από την πλευρά του Κράτους). Δηλαδή, οι φορολογικές δαπάνες αφορούν σε ρυθμίσεις από τις οποίες προκαλείται άμεσα ή έμμεσα απώλεια φορολογικών εσόδων.
Ουσιαστικά, οι φορολογικές δαπάνες είναι αποκλίσεις από την δομή του βασικού φορολογικού συστήματος, που καθιερώνουν προνομιακό φορολογικό καθεστώς υπέρ ορισμένων μορφών οικονομικής δραστηριότητας ή ομάδων φορολογουμένων. Ο διαχωρισμός μεταξύ φορολογικών ρυθμίσεων - ελαφρύνσεων και των φορολογικών δαπανών, εξαρτάται από τον ορισμό του βασικού φορολογικού συστήματος.
Ως βασικό φορολογικό σύστημα συνηθίζεται να ορίζεται εκείνο που δεν προβλέπει προνομιακές ρυθμίσεις για τις φορολογούμενες μονάδες με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους όπως το επάγγελμα, την οικογενειακή κατάσταση, το φύλο, τον τόπο εγκατάστασης κ.λπ.

Τα παραδοσιακά δημοσιονομικά μέσα του προϋπολογισμού, δηλαδή οι φόροι και οι δημόσιες δαπάνες, πολλές φορές κρίνεται σκόπιμο να συμπληρωθούν από φορολογικές δαπάνες ενισχύοντας συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού ή δραστηριότητες.
Το φορολογικό σύστημα, μέσω των φορολογικών δαπανών, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να επιτύχει στόχους όμοιους με εκείνους των προγραμμάτων άμεσων δημοσίων δαπανών, ιδιαίτερα μέσα στα πλαίσια άσκησης κοινωνικής πολιτικής. Τα κράτη καταφεύγουν στη χρήση φορολογικών δαπανών γιατί η χορήγησή τους συχνά δεν έχει επιπλέον λειτουργικό κόστος όπως οι “κανονικές” δημόσιες δαπάνες που συνήθως απαιτούν την ύπαρξη μιας γραφειοκρατικής δομής (υπηρεσίας) για τη διοικητική τους υποστήριξη.

Σημειώνεται επίσης και μια σημαντική διαφορά μεταξύ των άμεσων δημοσίων δαπανών και των φορολογικών δαπανών. Ενώ οι πρώτες αποτελούν κάθε χρόνο αντικείμενο συζήτησης και έγκρισης από τη Βουλή, μέσω της διαδικασίας ψήφισης του προϋπολογισμού, οι δεύτερες συζητούνται και εγκρίνονται άπαξ και ισχύουν μέχρι την τυχόν τροποποίηση ή κατάργησή τους.

Οι κυριότερες κατηγορίες φορολογικών δαπανών είναι:
• Η έκπτωση, ή μείωση, ή απαλλαγή ή εξαίρεση που καταλήγει να μειώνει τη βάση υπολογισμού του φόρου (φορολογητέο εισόδημα κ.λπ.)
• Η έκπτωση ή μείωση ή απαλλαγή από το φόρο.
• Οι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές
• Η αναβολή της φορολογικής υποχρέωσης.

Στα τέλη του 2012, καταμετρήθηκαν συνολικά 887 περιπτώσεις φορολογικών δαπανών, οι οποίες μείωσαν τα φορολογικά έσοδα κατά 5.529 εκατομμύρια ευρώ.


Κοινωνική Πολιτική: Τί μπορεί και τί θα πρέπει να γίνει σήμερα

Η κρίση που διανύει σήμερα η κοινωνία, καθιστά επιτακτική την ανάγκη να στηριχθεί το άτομο και κυρίως η οικογένεια, ο οποίος αποτελεί και τον τελευταίο πυλώνας αντίστασης από την εξαθλίωση.
Οι επιτακτικοί στόχοι ενός προγράμματος κοινωνικής πολιτικής στα χρόνια αυτά θα πρέπει να είναι η στήριξη των φτωχών, των πραγματικά και ποικιλοτρόπως αδύναμων και των πολυτέκνων.


Σε μία περίοδο κατά την οποία η ανεργία αναμένεται να παραμείνει εξαιρετική υψηλή και ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού έχει “αρνητική περιουσία” (δηλαδή ανθρώπους που τα χρέη τους ξεπερνούν τόσο την περιουσία τους και πολλές φορές και τη δυνατότητα τους να τα εξυπηρετήσουν), είναι προφανές ότι είναι ζωτικής σημασίας η στροφή της κοινωνικής πολιτικής από τη φιλοσοφία που κυρίως τη χαρακτήριζε έως σήμερα (άγρα ψήφων) στην πραγματική αλληλεγγύη και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Παράλληλα, είναι επίσης είναι προφανές ότι, αντίθετα με ότι πολύ συχνά συνέβαινε στο παρελθόν, τα χρήματα που διαθέτει το κράτος πρέπει να χρησιμοποιηθούν με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, ενώ πρέπει επιτέλους να εκλείψει η διαφθορά από τη διαχείρησή τους.

Οι τρόποι με τους οποίους μπορεί την περίοδο αυτή να επέμβει η φορολογική πολιτική στην υλοποίηση της κοινωνικής πολιτικής του Κράτους είναι:
α) Η διατήρηση του αφορολόγητου ορίου, τουλάχιστον στο όριο το οποίο έχει προσδιορίσει η στατιστική υπηρεσία ως “όριο φτωχειας” (5.900 ευρώ). Το ύψος του αφορολόγητου ορίου θα μπορεί να μειώνεται αναλογικά με την αύξηση του εισοδήματος του φορολογουμένου.
β) Η επαναφορά ορισμένων από τις φοροαπαλλαγές που καταργήθηκαν με τον πρόσφατο φορολογικό νόμο.
γ) Η μείωση επιβαρύνσεων από άλλου είδους φόρους ή τελών (π.χ. τέλος επιτηδεύματος, ασφαλιστικές εισφορές, τέλη ακινήτων κλπ) (παράδειγμα παρέμβασης στα πλαίσια μίας δράσης κοινωνικής πολιτικής συνιστά η πρόσφατη πρόταση του Συλλόγου ‘Έλληνες Φορολογούμενοι” για την αύξηση του αφορολόγητου ορίου σε ορισμένες κατηγορίες πολιτών).


Υπάρχουν σήμερα περιθώρια βελτίωσης της ασκούμενης κοινωνικής πολιτικής;

Θα πρέπει να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα. Τα περιθώρια άσκησης κοινωνικής πολιτικής (τέτοια που θα έπρεπε να υπάρχει σε ένα ευρωπαϊκό κράτος, ή τέτοια που θα θεωρείτο ότι αποτελεί τη συνέχεια της προόδου της κοινωνικής πολιτικής που εφαρμόστηκε στις προηγούμενες δεκαετίες, ή των μέχρι σήμερα κατακτήσεων της κοινωνίας) είναι σήμερα πάρα πολύ μικρά.
Τα στενά δημοσιονομικά περιθώρια, δεν επιτρέπουν σήμερα μία μεγαλύτερη οικονομική παρέμβαση του Κράτους. Αυτό γίνεται αντιληπτό από μία γρήγορη εξέταση των δημοσιονομικών μεγεθών.

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό του 2013 το Κράτος θα εισπράξει:
44,3 δισεκ. από διάφορα φορολογικά έσοδα
4,8 δισεκ. από μη φορολογικά έσοδα
5,2 δισεκ. από μεταβιβάσεις από την Ε.Ε.
Δηλαδή, θα εισπράξει 54,3 δισεκατομμύρια ευρώ ως έσοδα του Προϋπολογισμού.
Θα πληρώσει 2,9 δισεκατομμύρια ως επιστροφές φόρων. Δηλαδή, τα συνολικά έσοδα του Προϋπολογισμού θα είναι 51,4 δισεκατομμύρια.
Επίσης, θα εισπράξει (έτσι τουλάχιστον εκτιμά ο κ. Στουρνάρας) 21,3 δισεκατομμύρια από ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων.
Δηλαδή, το σύνολο των εισπράξεων (δεν υπολογίζουμε εισπράξεις ύψους 6,1 δισεκ. της Γενικής Κυβέρνησης (κυρίως από Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης), θα είναι 72,7 δισεκατομμύρια ευρώ.
Αυτά είναι. Και μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πρόβλεψη αυτή μάλλον είναι υπερεκτιμημένη.

Από την πλευρά των εξόδων, κατά το 2013, το Κράτος θα ξοδέψει:
16,1 δισεκατομμύρια για μισθούς.
28,3 δισεκατομμύρια για συντάξεις.
9 δισεκατομμύρια για τόκους.
2 δισεκατομμύρια για πληρωμές στην Ε.Ε.
Έως εδώ, το σύνολο των βασικών (και εξαιρετικά ανελαστικών) δαπανών, φθάνει στα 55,4 δισεκατομμύρια ευρώ.

Απομένουν 17,3 δισεκατομμύρια για να όλη την υπόλοιπη λειτουργία του Κράτους, αλλά και για δαπάνες δημοσίων επενδύσεων. Και επειδή βέβαια τα χρήματα αυτά δε φθάνουν, το Κράτος θα δανεισθεί (από τους φορείς της Τρόικα) ακόμη 11,2 δισεκατομμύρια για να τα βγάλει πέρα.

Όμως, ενώ τα δημοσιονομικά περιθώρια για άσκηση κοινωνικής πολιτικής από την πλευρά του Κράτους είναι εξαιρετικά στενά, το Κράτος μπορεί να αυξήσει την ποσότητα των κοινωνικών παροχών, προς τα άτομα που πραγματικά την έχουν ανάγκη, μέσα από μία ανακατανομή των δαπανών του σε καλύτερα στοχευμένες δράσεις και σε καλύτερη εκτίμηση των αναγκών των διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Παράλληλα, μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα της ασκούμενης κοινωνικής πολιτικής, μέσα από την καλύτερη διαχείριση των διαδικασιών και την αποτελεσματικότερη διαχείριση των πόρων. Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι τα περιθώρια προς αυτές τις κατευθύνσεις είναι πάρα πολύ μεγάλα.

Από την άλλη πλευρά, είναι κατανοητό ότι, καθώς θα συνεχίζεται η δημοσιονομική δυσπραγία, τα περιθώρια ποσοτικής βελτίωσης της δημοσιονομικής πολιτικής κατά τα επόμενα, τουλάχιστον 2 χρόνια, είναι περιορισμένα. Η οποιαδήποτε βελτίωση θα πρέπει να προέλθει κυρίως μέσα από “ποιοτικές” αναβαθμίσεις, δηλαδή καλύτερα στοχευμένες ενέργειες και πιο ορθολογική διαχείριση των πόρων. Όμως, υπάρχουν δύο τομείς, όπου εάν υπάρξει αποτελεσματική δράση από την πλευρά του Κράτους, μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά τα δημοσιονομικά έσοδα: οι τομείς της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής.

Τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής δεν είναι ικανοποιητικά. Και καθώς το φαινόμενο αυτό είναι ένα από τα αίτια της βύθισης της χώρας μας στη δημιονομική κρίση, η καταπολέμησή του θα μπορέσει να βελτιώσει ικανοποιητικά την οικονομική θέση του Κράτους και συνεπώς και τα περιθώρια άσκησης κοινωνικής πολιτικής.
Από την άλλη πλευρά, η αποτελεσματική καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής, θα μπορούσε να βελτιώσει την οικονομική θέση των ασφαλιστικών ταμείων, κάτι που θα σημαίνει μικρότερες κατ’ έτος επιδοτήσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό προς τα ταμεία, βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, αλλά και σταδιακή αύξηση του ύψους των παρεχόμενων συντάξεων.

Προσθέστε το: Post on Facebook Facebook Twitter Twitter