Αρχική | Άρθρα | Εξωτερικά Δάνεια της Ελλάδας: Πόσα εισπράξαμε – Πόσα πληρώσαμε

Εξωτερικά Δάνεια της Ελλάδας: Πόσα εισπράξαμε – Πόσα πληρώσαμε

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Εξωτερικά Δάνεια της Ελλάδας: Πόσα εισπράξαμε – Πόσα πληρώσαμε

Για ένα κράτος, η προσφυγή στο δανεισμό θα πρέπει να αποφασίζεται και να χρησιμοποιείται κυρίως σε δύο περιπτώσεις: α) Για την πραγματοποίηση επενδυτικών έργων, τα οποία –είτε άμεσα, είτε έμμεσα– θα βελτιώσουν το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, έτσι ώστε το επιπλέον εισόδημα που θα δημιουργηθεί για το Κράτος, να μπορεί να καλύψει το δανεισμό και β) Για την κανονική λειτουργία του Κράτους σε περίπτωση έκτακτων καταστάσεων ή οικονομικής ύφεσης. Και στις περιπτώσεις αυτές, όταν ξεπεραστούν οι αρνητικές συνθήκες, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να στοχεύει στην αποκατάσταση των εσόδων του Κράτους, ώστε να αποπληρωθεί ο δανεισμός που χρησιμοποιήθηκε στις έκτακτες συγκυρίες.

Αυτή η απλή λογική, σπάνια –ή πιο σωστά, ουδέποτε– ακολουθήθηκε από τις ελληνικές Κυβερνήσεις. Ήδη, από την εποχή που -μετά την απελευθερωτική Επανάσταση- άνοιξαν και πάλι οι αγορές για την Ελλάδα (1880) έως και τη σύγχρονη εποχή, οι ελληνικές Κυβερνήσεις καταχρέωναν το Κράτος μέσα σε ταχύτατο χρονικό διάστημα, όχι για να υλοποιήσουν μια πολιτική ανάπτυξης, αλλά για να ξεπληρώσουν παλαιότερα δάνεια ή για να καλύψουν τα ελλείμματα που δημιουργούσε η πολιτική πελατειακών σχέσεων με τους ψηφοφόρους τους.

Γενικά, ο δανεισμός από τις ελληνικές Κυβερνήσεις
είχε τρία χαρακτηριστικά: α) Ανύπαρκτη έως ανεπαρκή πολιτική δανεισμού. Το ελληνικό Κράτος δανείζεται χωρίς κάποιον ουσιαστικό σχεδιασμό. Απλά για να καλύψει τρέχουσες καταναλωτικές δαπάνες του Προϋπολογισμού. β) Οι όροι δανεισμού είναι συνήθως δυσμενείς, τέτοιοι που κάνουν βέβαιη τη δυσχέρεια αποπληρωμής των δανείων και τη σταδιακή συσσώρευσή τους. γ) Οι Κυβερνήσεις, ίσως και λόγω του ότι γνωρίζουν ότι δε μπορεί να αποπληρωθεί ο δανεισμός, δε σχεδιάζουν κάποια πολιτική αποπληρωμής και μεταθέτουν το πρόβλημα στο μέλλον, στις επόμενες γενιές οι οποίες όμως, αφού δεν υφίστανται ακόμη ...δεν ψηφίζουν!

 Η Ελλάδα, σε όλο σχεδόν το διάστημα της ιστορίας της, δαπανούσε ένα μεγάλο ποσοστό του Προϋπολογισμού στην εξυπηρέτηση των δανείων της. Στην περίοδο από το 1882 έως το 1892, οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους έφθασαν, κατά μέσο όρο, στο 42% των τακτικών εσόδων του Κράτους. Στην περίοδο από το 1924 έως το 1932, έφθασαν –κατά μέσο όρο- στο 65%. Υποχώρησαν αρκετά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού η χώρα λάμβανε οικονομική βοήθεια αντί δανείων. Η εξυπηρέτηση των δανείων έγινε σοβαρό πρόβλημα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, όταν το ποσό των τόκων και μόνο ξεπερνούσε το 6% του ΑΕΠ. Κορυφώθηκε στην περίοδο 1991-1996, όταν το ποσό των τόκων που κατέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο έφθανε, κατά μέσο όρο, στο 43,6% των τακτικών εσόδων του Προϋπολογισμού, ενώ ως ποσοστό του ΑΕΠ κυμαίνονταν ανάμεσα στο 9% και το 14%. Όμως, τότε η Κυβέρνηση επιβίωνε επειδή το χρέος –σε μεγάλο βαθμό- ήταν εσωτερικό και η εξυπηρέτησή του κατέληγε σε αύξηση του πληθωρισμού.

 

Πώς κατάφερνε η χώρα, με τους μόνιμα ανεπαρκείς πόρους, να εξυπηρετεί τα δάνειά της, όταν η εξυπηρέτησή τους στοίχιζε τόσο πολύ; Μα, με νέο δανεισμό φυσικά. Και έτσι η χώρα έμπαινε στον φαύλο κύκλο του ανατοκισμού, ο οποίος από μόνος του αύξανε το χρέος με γεωμετρική πρόοδο.

Και αν μετρήσουμε τα χρήματα που η χώρα -κατά τη διάρκεια διαφόρων περιόδων- έχει πληρώσει ως τόκους, θα καταλήξουμε στο ότι, ουσιαστικά, η χώρα διαρκώς ξεπληρώνει τα δάνειά της –και με το παραπάνω μάλιστα. Όμως, μέσα από την κάκιστη πολιτική της, καταλήγει να βρίσκεται διαρκώς μπλεγμένη μέσα στον φαύλο κύκλο του ανατοκισμού και με τον τρόπο αυτό, παραμένει διαρκώς υπερχρεωμένη.

Ο Τάσος Ηλιαδάκης στο βιβλίο του “Ο εξωτερικός δανεισμός στη γένεση και εξέλιξη του Νέου Ελληνικού Κράτους, 1824-1879”, αναλύει τις εισπράξεις των δανείων της περιόδου 1879 – 1893, τις καταβολές του Ελληνικού Δημοσίου για την εξυπηρέτησή τους και κάνει έναν τελικό απολογισμό:

Ονομαστικός εξωτερικός δανεισμός:           639.739.000    φράγκα
Πραγματικός εξωτερικός δανεισμός
:          464.121.000    φράγκα
Έξοδα έκδοσης, αποσβέσεις κλπ:              116.071.165    φράγκα
Καθαρή πρόσοδος του Ελ. Δημοσίου:        348.049.835    φράγκα

Συνολικές καταβολές του Ελ. Δημοσίου
 
έναντι εξωτερικού δανεισμού
 
(εξυπηρέτηση, αποσβέσεις, έξοδα):          367.664.443    φράγκα
Υπόλοιπο χρέους Σεπτεμβρίου 1893:         556.803.000    φράγκα

Δηλαδή, το Ελληνικό Δημόσιο, είχε χρεωθεί 640 εκατομμύρια φράγκα, έναντι πραγματικού ποσού 464 εκατομμυρίων (*), εισέπραξε 348 εκατομμύρια και ενώ μέχρι και το φθινόπωρο του 1893 είχε επιστρέψει 367,7 εκατομμύρια (20 εκατ. περισσότερα απ’ όσα πραγματικά έλαβε) εξακολουθούσε να χρωστά 556,8 εκατομμύρια!

Η ιστορία αυτή επαναλαμβάνεται διαρκώς από τότε. Από έναν τέτοιο φαύλο κύκλο, δύσκολα μπορεί να ξεφύγει ένα κράτος. Αν θα μπει σ’ αυτόν, είναι καταδικασμένο να ταλαιπωρείται επί πολλές δεκαετίες.


Στον Πίνακα εμφανίζεται η εξέλιξη του δανεισμού του Ελληνικού Κράτους μεταξύ των ετών 1980 και 2011. Λόγω του υψηλού πληθωρισμού της περιόδου, μετράμε τις πληρωμές των τόκων ως ποσοστό του ΑΕΠ, δείκτης ο οποίος, θεωρείται ότι, μπορεί δόκιμα να χρησιμοποιηθεί σε διαχρονικές συγκρίσεις. Από τα στοιχεία του Πίνακα διαπιστώνουμε ότι το 1980 το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, ως ποσοστό του ΑΕΠ, έφθανε στο 27,7%. Στο τέλος του 2011 (πριν από το PSI του 2012) έφθανε στο 163% του ΑΕΠ. Και όμως, κατά το διάστημα αυτό, η Ελλάδα πλήρωσε μόνο για τόκους, ποσά τα οποία φθάνουν στο 202% του ΑΕΠ της!

Ακόμη και εάν εξετάσουμε μόνο τη δεκαετία του 2000, όπου και τα μεγέθη –λόγω του ευρώ και του χαμηλού πληθωρισμού– είναι περισσότερο συγκρίσιμα, βλέπουμε ότι, κατά το 2000, το χρέος έφθανε στο 105% του ΑΕΠ. Στο τέλος του 2011 είχε φθάσει στο 163% του ΑΕΠ. Και όμως, κατά το διάστημα από το 2001 έως και το 2011, η χώρα πλήρωσε € 129,5 δισεκατομμύρια μόνο για τόκους! Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 67,1% του μέσου ΑΕΠ της περιόδου αυτής!

Για να καταλάβουμε πιο σωστά τον παραλογισμό στον οποίο βρέθηκε η χώρα μας όλα αυτά τα χρόνια, αξίζει να δούμε μερικά νούμερα λίγο πιο αναλυτικά:

Το δημόσιο χρέος της χώρας, στο τέλος του έτους 2000 έφθανε στα € 143,6 δισεκατομμύρια. Στο διάστημα από το 2001 έως το 2011 η Ελλάδα πλήρωσε σε τόκους το ποσό των € 119,6 δισεκατομμυρίων. Εν τούτοις, στο τέλος του έτους 2011, το χρέος είχε εκτοξευθεί στα € 368 δισεκατομμύρια!

Το συνολικό πρωτογενές έλλειμμα των ετών 2001-2011 ήταν € 35,6 δισεκατομμύρια. Τα συνολικά έσοδα του Προϋπολογισμού των ετών 2001-2011 ήταν € 566,6 δισεκατομμύρια. Δηλαδή, για να χρηματοδοτήσει και να καλύψει η χώρα τα πρωτογενή ελλείμματα αυτής της περιόδου που έφθασαν στα € 35,6 δισεκατομμύρια, κατέβαλε ως τόκους του χρέους της το ποσό των € 119,6 δισεκατομμυρίων, ενώ το ίδιο το χρέος αυξήθηκε κατά € 224,4 δισεκατομμύρια και τελικά οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία και στη μεγαλύτερη ύφεση της σύγχρονης ιστορίας της!

Τί σημαίνουν όλα αυτά; Αποδεικνύουν ότι, ο φαύλος κύκλος του δανεισμού και του ανατοκισμού είναι ανελέητος! Άπαξ και ένα κράτος εμπλακεί σε έναν τέτοιο κύκλο, χωρίς να έχει την πρόνοια να σχεδιάσει ένα πρόγραμμα απεμπλοκής, είναι καταδικασμένο σε μία διαρκή αφαίμαξη πόρων, στη διαρκή εξάρτηση από το δανεισμό και στις διαρκείς παρεμβάσεις των δανειστών στα εσωτερικά του ζητήματα.

Όμως, τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύουν επίσης ότι ένα Κράτος όπως η Ελλάδα, μπορεί να ζήσει και χωρίς δανεισμό, ή χωρίς υπερβολικό δανεισμό. Αφού ούτως ή άλλως, μέσα στη διάρκεια των ετών, ο μέσος όρος των χρημάτων που καταβάλλει για την εξυπηρέτηση του δανεισμού, είναι πολύ περισσότερα από τα χρήματα που δανείζεται. Για να το πετύχει αυτό όμως, χρειάζεται σωστό πρόγραμμα διαχείρισης των δημοσίων πόρων και έντιμους και ορθολογιστές πολιτικούς. Μέχρι σήμερα, όπως εκ των εξελίξεων αποδείχθηκε, αυ­τά δεν τα διέθετε.


(*) Κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας της, η Ελλάδα δεν εισέπραττε τα ποσά τα οποία δανείζονταν. Το ποσό που εισέπραττε (καθαρή πρόσοδος) επηρεάζονταν από την “τιμή έκδοσης”, η οποία την περίοδο του δανείων του Τρικούπη κατά μέσο όρο έφθασε στο 72%. Δηλαδή, η Ελλάδα χρεώνονταν για δάνειο 100 φράγκων, ενώ εισέπραττε μόνον 72 φράγκα. Στην πραγματικότητα δεν εισέπραττε ούτε αυτά, αφού αφαιρούνταν τα διάφορα (βαρύτατα) έξοδα έκδοσης, προεξοφλήσεις τόκων και χρεολυσίων κλπ. Βεβαίως, οι τόκοι που ήταν υποχρεωμένη να πληρώσει υπολογίζονταν στο πλήρες ποσό των 100 φράγκων. Σημειώνεται ότι, την περίοδο εκείνη, οι πρακτικές αυτές ακολουθούνταν σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις δανεισμού κρατών.

 

Το παραπάνω, είναι απόσπασμα από το βιβλίο “Οι ζημιές μας, κέρδη τους – Η λεηλασία της Ελλάδας”, του Γιάννη Σιάτρα. Το άρθρο αυτό, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Το Χωνί", στις 4/5/2014.

 

Προσθέστε το: Post on Facebook Facebook Twitter Twitter